Τα νέα του Μάρκου Μπόλαρη

Τα νέα του Μάρκου Μπόλαρη

Η απελευθέρωση των Σερρών

Η επέτειος της απελευθέρωσης των Σερρών στις 29 Ιουνίου 1913 είναι ταυτισμένη με την καταστροφή της, αφού τα υποχωρούντα βουλγαρικά στρατεύματα άφηναν στο πέρασμά τους τον όλεθρο.

«Αι Σέρραι, η ωραία και πλουσία πόλις, η ακρόπολις αυτή του ελληνισμού εν τη Ανατολική Μακεδονία δεν υπάρχει πλέον. Εις την θέσιν της υπάρχουν ερείπια επί ερειπίων, καπνίζοντα ακόμη και πτώματα επί πτωμάτων οικτρώς παραμορφωμένα. Εκεί όπου μέχρι προ ολίγου η ζωή και η κίνησις και ο πλούτος έθαλλον απλούται ο θάνατος και η καταστροφή. Οι Βούλγαροι επέρασαν απ' εκεί».

Το απόσπασμα αυτό, το οποίο αποτελεί μοναδικό μνημείο λόγου, δεν προέρχεται από κάποιο χρονικό ή λογοτεχνικό κείμενο, αλλά πρόκειται για δημοσιογραφικό λόγο και μάλιστα ειδησεογραφικό, ρεπορτάζ...

Μέσα σε 60 λέξεις ο ανώνυμος δημοσιογράφος της «Μακεδονίας» μας περιγράφει, αλλά και μας μεταφέρει σε ένα σκηνικό τοπίο βαθιά «πονεμένης ρωμιοσύνης».

Οι ειδεχθείς πράξεις και ωμότητες των βουλγαρικών στρατευμάτων τόσο στις Σέρρες όσο και στην ευρύτερη βουλγαροκρατούμενη περιοχή στέρησαν από τους ντόπιους κατοίκους -ομογενείς και αλλογενείς- αλλά και από τον υπόλοιπο ελληνισμό την πλήρη χαρά και τον ενθουσιασμό της απελευθέρωσης.

Η επέτειος της απελευθέρωσης των Σερρών έχει αυτό το θλιβερό προνόμιο να είναι ταυτισμένη με την καταστροφή της. Να βρίσκονται δηλαδή το ποθούμενο και η αποφράδα εν αυτώ! Στην περίπτωση λοιπόν των Σερρών ο κόσμος της ελπίδας και της εθνικής παλιγγενεσίας ταυτίζεται ή ακόμη εξομοιώνεται με την καταστροφή, το θάνατο, την απόγνωση...

Πράγμα που στην ουσία συνιστά μία δεύτερη άλωση της πόλης της Ανατολικής Μακεδονίας και μάλιστα λίγους μήνες πριν από τη συμπλήρωση 530 ετών από την άλωσή της από τους Οθωμανούς στις 19 Σεπτεμβρίου του 1383. Αυτή τη φορά όμως από τις μέχρι πρότινος συμμαχικές δυνάμεις του Α' Βαλκανικού Πολέμου, δηλαδή το βουλγαρικό στρατό, που στις 22 Οκτωβρίου 1912 μπήκε στην πόλη ως απελευθερωτής από τον οθωμανικό ζυγό.

Ό,τι όμως συνέβη στην πόλη των Σερρών συνέβη και στην κοντινή κωμόπολη της Νιγρίτας αλλά και σε άλλα χωριά της ευρύτερης βουλγαροκρατούμενης περιοχής, αφού οι βουλγαρικές δυνάμεις καταδιωκόμενες από τον ελληνικό στρατό άφηναν πίσω τους καμένη γη.

Πραγματικά το τίμημα για την απελευθέρωση των περιοχών αυτών ήταν ιδιαίτερα βαρύ. Αντίστοιχο τίμημα είχαν και μνημεία του πολιτισμού, τα οποία είτε καταστράφηκαν είτε συλήθηκαν ή τα πήρε μαζί του ο βουλγαρικός στρατός.
Παρ' όλα αυτά οι κάτοικοι της περιοχής έδειξαν ιδιαίτερη γενναιότητα και εγκαρτέρηση κοιτάζοντας μπροστά τους, αφού πλέον ένωναν τη βιοτή και την ελπίδα τους με το λοιπό ελεύθερο ελληνικό κράτος και τον αναγεννημένο από τα ερείπια και την τέφρα της σκλαβιάς ελληνισμό.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική για το πώς έζησε ο λαός των Σερρών την οδυνηρή απελευθέρωσή του είναι η περιγραφή του Δημοσθένη Μέλφου:
"Ο ελευθερωτής Στρατός εύρε την πόλιν ερείπια. Οι πεινώντες και γυμνοί Σερραίοι δακρύοντες και ενθουσιώντες υπεδέχοντο τον ελευθερωτήν Στρατόν, φωνάζοντες "ας καήκαμε", "Ζήτω το Έθνος". Τοιουτοτρόπως απεκτήσαμεν την ελευθερίαν διά μεγίστων θυσιών και πολλών αιμάτων, έχοντες πάντοτε την παρηγορίαν ότι αι φλόγες των Σερρών εφώτισαν τα προς Ανατολάς προελαύνοντα νικηφόρα Ελληνικά Στρατεύματα".


Επιμέλεια αφιερώματος - Εισαγωγή: Στέλιος Κούκος

ΑρχείοΝέων