Τα νέα του Μάρκου Μπόλαρη

Τα νέα του Μάρκου Μπόλαρη

«Το τέλμα της Τουρκίας»

Του Σλόμο Μπεν-Αμι*
World Affairs
*Ο Σλόμο Μπεν-Αμι είναι πρώην υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ και Αντιπρόεδρος του Τολέδο Διεθνές Κέντρο για την Ειρήνη.

Καθώς οι μαχητικές ομάδες του Ισλαμικού Κράτους έχουν προχωρήσει σε ολόκληρο το Ιράκ και τη Συρία, παραδοσιακές περιφερειακές συμμαχίες, που έχουν διαμορφωθεί επί μακρόν από δυτικές δυνάμεις, έχουν αρχίσει και απειλούνται. Ιδιαίτερα επακόλουθο αυτού είναι η διπλωματική μάχη που δίνει ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να συμφιλιώσει τις σχέσεις της χώρας του με το ΝΑΤΟ με την εικόνα του ως ένας κορυφαίος προστάτης του Σουνιτικού Ισλάμ.

Η απροθυμία της Τουρκικής Κυβέρνησης να ενταχθεί στο συνασπισμό που σχηματίστηκε υπό την ηγεσία των ΗΠΑ κατά των σουνιτών εξτρεμιστών του Ισλαμικού Κράτους, την έχει οδηγήσει στην απομόνωση από άλλες σουνιτικές αραβικές δυνάμεις, όπως η Σαουδική Αραβία, οι οποίες έχουν προσχωρήσει στο συνασπισμό. Επιπλέον, έχει αποξενώσει περαιτέρω τους Ιρανούς συμμάχους της Τουρκίας, οι οποίοι είχαν ήδη απομακρυνθεί εξαιτίας της εμμονής του Ερντογάν για την πτώση του Προέδρου της Συρίας στη Δαμασκό Μπασάρ Αλ Ασαντ. Και εδώ φαίνεται να δικαιώνονται ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, που ποτέ δεν εμπιστεύτηκαν την ικανότητα της Τουρκίας να συμβιβάσει την ισλαμιστική της κλίση με τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της.

Είναι γεγονός , πώς ένα βασικό μέλος του ΝΑΤΟ έχει γίνει η σημαία του ριζοσπαστικού Ισλάμ σε όλη τη Μέση Ανατολή, με επικεφαλής έναν πρόεδρο του οποίου η βασική εκλογική του βάση είναι εμποτισμένη με αντιδυτικό αίσθημα. Μάλιστα , οι υποστηρικτές του Ερντογάν απορρίπτουν τις Δυτικές εκστρατείες ενάντια στην ισλαμική τρομοκρατία ως ένα τέχνασμα για να κατασταλούν οι σουνίτες. Ένας από αυτούς τους υποστηρικτές ονόματι Kenan Alpay έγραψε πρόσφατα ότι «η Τουρκία δεν μπορεί να είναι ένα μέρος ενός διεθνούς συστήματος που έχει ως στόχο να διαλύσει όλα τα Ισλαμικά κινήματα από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα έως... τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν."

Λίγες εβδομάδες αργότερα ο ίδιος ο Ερντογάν εξαπέλυσε δριμεία επίθεση προς τη Δύση από το Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά στην Κωνσταντινούπολη. Στην ομιλία του συνέκρινε την παρέμβαση της Δύσης στη Μέση Ανατολή σήμερα με την ανάμειξη του Βρετανού αξιωματούχου γνωστού ως Λόρενς της Αραβίας στην αραβική εξέγερση εναντίον των Οθωμανών κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου, και κατηγόρησε τη Συμφωνία Sykes-Picot, η οποία έχει έκτοτε καθορίσει τον πολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής.

Οι ομοιότητες με τις θέσεις του ισλαμικού κράτους είναι εμφανείς. Σε ένα βίντεο που δημιουργήθηκε τον Αύγουστο μετά την μάχη για το φράγμα της Μοσούλης, η ομάδα που ονομάζεται ‘’το τέλος του Sykes-Picot," διακήρυξε την ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί ο δυτικά επιβαλλόμενος πολιτικός χάρτης της Μέσης Ανατολής.

Η φιλοδοξία του Ερντογάν να αποκαταστήσει την πρωτοκαθεδρία της Τουρκίας στο σουνιτικό κόσμο τον οδηγεί στο να συμβιβαστεί με αυτή την πρόκληση των Δυτικών επινοήσεων περιφερειακής τάξης. Είναι γεγονός πως η Τουρκία έχει προσφέρει υλικοτεχνική υποστήριξη στο Ισλαμικό Κράτος, όπως επίσης και ότι επέτρεψε στα πιο δολοφονικά μέλη του Ισλαμικού Κράτους να θανατώνουν κατά χιλιάδες τους άμαχους Κούρδους και τους Γιεζίντι στη Συριακής πόλη Κομπάνι στα σύνορα της Τουρκίας.

Αυτό φανερώνει ένα άλλο ζήτημα στο οποίο συγκλίνουν η Τουρκία και το Ισλαμικό Κράτος: οι Κούρδοι. Ο Ερντογάν φαίνεται να ελπίζει ότι, με την αποδυνάμωση των Κουρδικών στρατιωτικών δυνάμεων και του εδαφικού τους ελέγχου, το Ισλαμικό Κράτος θα τον βοηθήσει να επιτύχει τον κεντρικό του στόχο που είναι ο περιορισμός του κουρδικού εθνικιστικού κινήματος, το οποίο διαχρονικά αποτελεί ένα αγκάθι για την Τουρκία. 
Αλλά, αν μη τι άλλο, ο πόλεμος κατά του Ισλαμικού Κράτους έχει ενισχύσει το Κουρδικό ζήτημα. Οι κούρδοι μαχητές στο Ιράκ, ονόματι Peshmerga, έχουν ήδη δημιουργήσει ένα οιονεί ανεξάρτητο κράτος κατά μήκος των συνόρων με την Τουρκία. Επίσης το κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης - ο συριακός δορυφόρος του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ), το οποίο έχει αγωνιστεί με ανταρτοπόλεμο εναντίον του τουρκικού κράτους τις τρεις τελευταίες δεκαετίες - είναι στο δρόμο προς τη θέσπιση μίας κουρδικής αυτόνομης περιοχής κατά μήκος των συριακών συνόρων της Τουρκίας. Αυτές οι ομάδες μαζί έχουν αναδειχθεί ως οι πιο αποτελεσματικές δυνάμεις στον πόλεμο κατά του ισλαμικού κράτους.

Υπάρχουν όμως και άλλα άσχημα νέα για τον Ερντογάν. Η αντίληψη ότι ο πραγματικός σκοπός του στην υποστήριξη του ισλαμικού κράτους είναι να ανακόψει την άνοδο των Κούρδων, που ενισχύεται από την προφανή αδιαφορία του για τις εξελίξεις στο Kobani, έχει θέσει σε κίνδυνο μια από τις μεγάλες κληρονομιές του: τις ειρηνευτικές συνομιλίες με το PKK.

Ο Ερντογάν ακόμη υποστήριξε ότι, κατά την άποψη της Τουρκίας, το ΡΚΚ και το Ισλαμικό Κράτος είναι το ίδιο – φωτογραφίζοντας τη δήλωση του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου ότι η Χαμάς και το Ισλαμικό Κράτος αποτελούν κλαδιά του ίδιου δέντρου. Με αυτή την απελπιστική και παράλογη ρητορική, ο Ερντογάν επιβεβαιώνει τις κατηγορίες ότι ολόκληρη η "ειρηνευτική διαδικασία" ήταν απλά ένα τέχνασμα για να πειστούν οι Κουρδοι βουλευτές του Τουρκικού Κοινοβουλίου να στηρίξουν τις συνταγματικές αλλαγές που του επέτρεψαν από Πρωθυπουργός να γίνει Πρόεδρος της Τουρκίας. 

Αυτό είναι ένα απολύτως εύλογο συμπέρασμα. Μετά από όλα αυτά, το αντί-κουρδικό αίσθημα του Ερντογάν διαμόρφωσε επίσης και τις πολιτικές του αποφάσεις σχετικά με την αλλαγή του καθεστώτος στη Συρία. Έχει επιμείνει επί μακρόν στη δημιουργία μιας «ρυθμιστικής» ζώνης απαγόρευσης πτήσεων στη συριακή πλευρά των συνόρων, με το πρόσχημα ότι θα συμβάλει στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης που έχει προκαλέσει ο εμφύλιος πόλεμος. Ο πραγματικός στόχος του όμως είναι να αποτρέψει κάθε προσπάθεια για αυτονομία των Κούρδων στη βόρεια Συρία. (Οι δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας συνεχίζουν να αντιτίθενται στην πρόταση, από το φόβο να μη συρθούν σε μια αντιπαράθεση με το συριακό καθεστώς και τους Ρώσους και Κινέζους συμμάχους τους).

Ο Ερντογάν αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ένα στρατηγικό τέλμα. Εάν η θέση του στο ισλαμικό κράτος συνεχίζει να αμφιταλαντεύεται, θα απομακρύνει τους Κούρδους περαιτέρω, πράγμα που σημαίνει ότι όταν οι τζιχαντιστές αποφασίσουν να εισβάλουν στο τουρκικό έδαφος, η Τουρκία θα πρέπει να τους αντιμετωπίσει χωρίς την συμμαχία των Κούρδων. Αλλά αν αποφασίσει να στηρίξει τους Κούρδους στον αγώνα τους ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, θα ενισχύσει αναμφίβολα τις εθνικές τους φιλοδοξίες.

Η ισχυροποίηση όμως του κουρδικού εθνικισμού μπορεί να μην είναι απαραίτητα και τόσο κακό πράγμα για τον Ερντογάν, ο οποίος υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του δικαιώματος της εθνικής αυτοδιάθεσης πέρα από την άμεση γειτνίαση της Τουρκίας, όπως και στην περίπτωση της Παλαιστίνης. Πράγματι, μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να είναι ένα ευπρόσδεκτο σημάδι πολιτικής και ηθικής συνέπειας, που ενδεχομένως ακόμη και να ενίσχυε την μόχλευση του Ερντογάν στον σχεδιασμό μιας συμφωνίας με τους Κούρδους της Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένου και του ΡΚΚ.
Σε κάθε περίπτωση, είναι καιρός για τον Ερντογάν να κάνει μια επιλογή. Έχει ήδη οδηγήσει την Τουρκία σε μία λόχμη συγκρούσεων με διακύβευμα τα ζωτικά της συμφέροντα: Τη Δυτική συμμαχία, τις περιφερειακές φιλοδοξίες της, και το κουρδικό ζήτημα. Κάτι θα πρέπει να γίνει – και μάλιστα σύντομα.

ΑρχείοΝέων